Η Hyundai αποκτά επιτέλους ένα ισχυρό όπλο στην κατηγορία των προσιτών ηλεκτρικών μοντέλων, εκεί όπου μέχρι σήμερα η παρουσία της ήταν περιορισμένη. Το νέο Ioniq 3 έρχεται να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτοκίνητα όπως το Renault 5, το Volkswagen ID. Polo, το Cupra Raval, το Skoda Epiq και το Kia EV2, προσφέροντας έναν συνδυασμό τεχνολογίας, πρακτικότητας, αυτονομίας και οδηγικού χαρακτήρα, που το κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Η εμφάνισή του διαφοροποιείται αισθητά από τη ρετρό προσέγγιση του Renault 5. Η Hyundai επέλεξε μια πιο φουτουριστική σχεδιαστική κατεύθυνση, με στοιχεία που παραπέμπουν περισσότερο σε ψηφιακό περιβάλλον παρά σε μοντέλα του παρελθόντος. Οι χαρακτηριστικοί προβολείς με τα pixel στοιχεία, οι καθαρές επιφάνειες και η αεροδυναμική σιλουέτα τύπου hatchback, δημιουργούν ένα σύνολο που δείχνει σύγχρονο και αρκετά ξεχωριστό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η αεροδυναμική σχεδίαση. Ο συντελεστής οπισθέλκουσας περιορίζεται στο 0,26, συμβάλλοντας στην αποδοτικότητα και στην επίτευξη μεγάλης αυτονομίας. Η έκδοση Long Range με μπαταρία 61 kWh, φτάνει επίσημα έως τα 496 χιλιόμετρα, ενώ στην πραγματική δοκιμή κατά την παρουσίαση του μοντέλου, καταγράφηκε κατανάλωση περίπου 15 kWh/100 χλμ., που αντιστοιχεί σε πραγματική αυτονομία περίπου 418 χιλιομέτρων.

Για όσους δεν χρειάζονται τόσο μεγάλη αυτονομία, υπάρχει η Standard Range, η οποία αποτελεί την πιο προσιτή επιλογή. Με πλήρη φόρτιση μπορεί να κινηθεί έως περίπου 320 χιλιόμετρα, σύμφωνα με τη Hyundai και απευθύνεται περισσότερο σε οδηγούς που χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο κυρίως στην πόλη και ως δεύτερο όχημα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η φόρτιση. Η Standard Range μπορεί να δεχθεί έως 119 kW, ξεπερνώντας οριακά τα 110 kW της Long Range. Παρά τη διαφορά αυτή, οι δύο εκδόσεις χρειάζονται περίπου 30 λεπτά για να αυξήσουν το επίπεδο φόρτισης από 10% έως 80%, γεγονός που επιτρέπει σχετικά εύκολες στάσεις σε ταξίδια.
Όχι ιδιαίτερα ισχυρό, αλλά ευχάριστο στην οδήγηση
Το Ioniq 3 βασίζεται στην ίδια τεχνική φιλοσοφία με το Kia EV2 και η έκδοση Long Range αποδίδει 133 PS και 250 Nm. Παραδόξως, η μεγαλύτερη μπαταρία συνοδεύεται από ελαφρώς χαμηλότερη ισχύ από την Standard Range. Οι 133 PS μπορεί να μην εντυπωσιάζουν για ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο που ζυγίζει πάνω από 1,5 τόνο, όμως η άμεση απόκριση του ηλεκτροκινητήρα βοηθά σημαντικά. Η επιτάχυνση 0-100 χλμ./ώρα ολοκληρώνεται σε 9,6 δευτερόλεπτα και παρότι δεν πρόκειται για μοντέλο που θα προσφέρει εκρηκτικές επιδόσεις, μπορεί να κινηθεί χωρίς δυσκολία στον αυτοκινητόδρομο.

Εκεί όπου το Hyundai κερδίζει πόντους είναι η συμπεριφορά στις στροφές. Το πλαίσιο έχει ρυθμιστεί ώστε να περιορίζει τις κλίσεις του αμαξώματος, ενώ το τιμόνι είναι ελαφρύ αλλά ακριβές. Η λειτουργία Sport, προσθέτει περισσότερο βάρος στο τιμόνι και κάνει την απόκριση του γκαζιού πιο άμεση. Έτσι, το Ioniq 3 αποκτά έναν ευχάριστο οδηγικό χαρακτήρα, που θυμίζει περισσότερο μικρό hot hatch, παρά ένα απλό οικογενειακό ηλεκτρικό. Τα φρένα θα μπορούσαν να έχουν πιο προοδευτική λειτουργία, ενώ η περιορισμένη ισχύς παραμένει το βασικό μειονέκτημα. Η ιδέα μιας μελλοντικής έκδοσης N, θα είχε επομένως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περισσότερη ισχύς, πιο σφιχτή ανάρτηση και προσομοιωμένες αλλαγές σχέσεων, θα μπορούσαν να μετατρέψουν το Ioniq 3 σε ένα πραγματικά ξεχωριστό ηλεκτρικό hot hatch.
Άνεση και ποιότητα σε πρώτο πλάνο
Στην καθημερινότητα, πάντως, το Ioniq 3 δείχνει περισσότερο προσανατολισμένο στην άνεση. Η ανάρτηση απορροφά αποτελεσματικά τις περισσότερες ανωμαλίες και λακκούβες, χωρίς να φτάνει στο επίπεδο άνεσης του Kia EV2 ή του Citroen e-C3. Σε υψηλές ταχύτητες γίνεται αισθητός κάποιος αεροδυναμικός και κυλιόμενος θόρυβος, όμως τα καλά καθίσματα και το εύκολα ρυθμιζόμενο σύστημα ανάκτησης ενέργειας, κάνουν το αυτοκίνητο ιδιαίτερα ευχάριστο σε μεγάλες αποστάσεις. Το εσωτερικό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του μοντέλου. Η Hyundai υιοθετεί μια νέα σχεδιαστική φιλοσοφία, η οποία αναμένεται να περάσει σταδιακά και σε άλλα μοντέλα της εταιρείας. Η ποιότητα των υλικών είναι πολύ καλή για την κατηγορία, με μαλακές επιφάνειες στα σημεία που έρχονται συχνότερα σε επαφή με τους επιβάτες.

Ακόμη πιο σημαντική είναι η επιλογή της Hyundai να διατηρήσει φυσικά χειριστήρια. Κουμπιά και διακόπτες υπάρχουν τόσο στο ταμπλό όσο και στο τιμόνι, αποφεύγοντας την υπερβολική εξάρτηση από την κεντρική οθόνη. Ο οδηγός έχει μπροστά του ψηφιακή οθόνη 9,9 ιντσών, ενώ ανάλογα με την έκδοση η κεντρική οθόνη αφής έχει διαγώνιο 12,9 ή 14,6 ιντσών. Το νέο σύστημα Pleos Connect έχει σχεδιαστεί με λογική αντίστοιχη ενός smartphone και είναι αρκετά γρήγορο στην απόκριση. Παράλληλα, υπάρχουν Google Maps, ασύρματο Apple CarPlay και Android Auto. Η ψηφιακή οθόνη μπροστά από τον οδηγό, μπορεί να εμφανίζει πληροφορίες πλοήγησης, πολυμέσων και λειτουργίας του αυτοκινήτου, αν και η αλλαγή των σχετικών επιλογών, απαιτεί παρέμβαση στην κεντρική οθόνη.
Πλούσιος εξοπλισμός και αρκετοί χώροι
Ακόμη και η βασική έκδοση Advance διαθέτει 16άρες ζάντες, διζωνικό κλιματισμό, adaptive cruise control, αισθητήρες στάθμευσης εμπρός και πίσω και κάμερα οπισθοπορείας. Η Premium προσθέτει ζάντες 17 ιντσών, προθέρμανση της μπαταρίας, σύστημα παρακολούθησης τυφλού σημείου και ασύρματη φόρτιση smartphone, ενώ η κορυφαία Ultimate, ανεβαίνει στις 18 ίντσες και προσθέτει θερμαινόμενο τιμόνι και εμπρός καθίσματα, προσαρμοζόμενους προβολείς και ατμοσφαιρικό φωτισμό. Η N Line EVO ξεχωρίζει χάρη στο πιο επιθετικό bodykit, τις ζάντες 19 ιντσών, τη μεγάλη πίσω αεροτομή, τις ειδικές επενδύσεις και την κάμερα 360 μοιρών. Ωστόσο, οι μεγαλύτερες ζάντες και οι αεροδυναμικές επεμβάσεις, μειώνουν την αυτονομία κατά περίπου 64 χιλιόμετρα.

Στο εσωτερικό υπάρχει αρκετός χώρος για τέσσερις ενήλικες, ενώ οι πίσω επιβάτες δεν θα δυσκολευτούν να βολευτούν. Αντίθετα, η τοποθέτηση τριών ενηλίκων στο πίσω κάθισμα περιορίζει σημαντικά την άνεση και οι ψηλότεροι επιβάτες, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν περιορισμούς στον διαθέσιμο χώρο για το κεφάλι. Ο χώρος αποσκευών φτάνει τα 441 λίτρα, αν και σημαντικό μέρος του συνολικού όγκου προέρχεται από τον χώρο Megabox κάτω από το ρυθμιζόμενο δάπεδο. Πρόκειται για μια πρακτική λύση που αυξάνει τη χρηστικότητα του αυτοκινήτου. Το σημαντικότερο μειονέκτημα είναι η πίσω ορατότητα. Η μεγάλη αεροτομή περιορίζει το οπτικό πεδίο προς τα πίσω και αποτελεί ένα από τα λίγα σημεία, όπου η φουτουριστική σχεδίαση έχει πρακτικό κόστος.
Η τιμή το κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Ioniq 3 Standard Range Advance ξεκινά από περίπου 21.300 ευρώ, μετά την κρατική επιδότηση των 3.750 λιρών, ενώ η κορυφαία N Line EVO φτάνει περίπου τα 32.500 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, το νέο ηλεκτρικό της Hyundai, αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν είναι το ταχύτερο μοντέλο της κατηγορίας, ούτε διαθέτει την πιο εντυπωσιακή ισχύ. Αντίθετα, επενδύει στην αποδοτικότητα, στην πραγματική αυτονομία, στην ποιότητα του εσωτερικού, στην τεχνολογία και στην οδηγική συμπεριφορά.

Απέναντι στο Renault 5, το Volkswagen ID. Polo, το Kia EV2 και τα υπόλοιπα νέα ηλεκτρικά supermini, το Ioniq 3 δεν προσπαθεί να κερδίσει μόνο με την εμφάνιση. Προσφέρει ένα ολοκληρωμένο πακέτο, που μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως καθημερινό αυτοκίνητο πόλης, όσο και ως μικρό ηλεκτρικό για ταξίδια.

Με λίγα λόγια, η Hyundai φαίνεται να έχει βρει τον τρόπο να καλύψει το κενό ανάμεσα στο μικρό Inster και στα μεγαλύτερα ηλεκτρικά της μοντέλα, δημιουργώντας ένα αυτοκίνητο που συνδυάζει την πρακτικότητα με την τεχνολογία και την ευχάριστη οδήγηση. Και αν το Renault 5 έχει μέχρι σήμερα θεωρηθεί το σημείο αναφοράς στα προσιτά ηλεκτρικά supermini, πλέον έχει έναν πολύ σοβαρό αντίπαλο.
Πηγή: autoexpress.co.uk



