Καθόταν εκεί σκονισμένο και ξεχασμένο, μέσα σε μια ερειπωμένη ετοιμόρροπη αποθήκη, δίπλα σε ένα αγροτόσπιτο, κάπου έξω από το Βόλο. Ο ιδιοκτήτης του είχε αποδημήσει εις Κύριον πριν 10 χρόνια και η γυναίκα του ζωσμένη από τις καθημερινές σκοτούρες της επιβίωσης και του μόχθου, το είχε ξεχάσει εκεί μέσα, μαζί με τους ιστούς από τις αράχνες και τα σκόρπια πράγματα από εργαλεία, αξίνες και λάστιχα ποτίσματος. Δεν ήξερε η γυναίκα τι θησαυρό έκρυβε η αποθήκη.
Για εκείνη ήταν ένα παλιό Peugeot, που κάποια στιγμή έπρεπε να ξεφορτωθεί αλλά χρόνια τώρα το αμελούσε, καθώς η ίδια ούτε οδηγούσε, ούτε της άρεσε, ούτε ήθελε να μάθει. Άλλωστε δεν ευχαριστήθηκε με αυτό το αμάξι ήρεμες βόλτες με τον συγχωρεμένο, αφού εκείνος του είχε φορέσει μέσα από την αρχή, σίδερα (ρολ μπάρ), δύο πλαστικές σκάφες για καθίσματα, πυροσβεστήρα και όργανα, ενώ το αμάξι έτριζε από την εξάτμιση που κροτάλιζε πονώντας σου τα αυτιά, με την σκληρή ανάρτηση, να σου φέρνει το στομάχι στο στόμα.
Πόσες φορές του έλεγε να το δώσει, να πάει στην ευχή και να πάρει μια κούρσα μια «Μερσεντέ» να’ναι άρχοντες και να πουλάνε και εκείνοι μούρη στην πλατεία του χωριού. Εκείνος μόλις άκουγε τέτοια, αλαφιαζόταν και μόνο που δεν την έβριζε. Ήξερε ο «βλάχος» τι είχε στα χέρια του και ήξερε ότι το ραλλάκι, τουκανε πάντα όλα τα γούστα. Το λάτρευε! Είχε πουλήσει ένα ποτιστικό χωράφι το ’89 ο συγχωρεμένος ο Νώντας, για να αγοράσει το καμάρι του, τον ράλο του, που χαλβάδιαζε από καιρό, μέσα από τα περιοδικά.
Δεν έπαιρνε ο συγχωρεμένος την δημοσιά με τον παλιό άσφαλτο για να πάει στη πόλη για ψώνια και δουλειές, αλλά τον παλιό πίσω δρόμο του χωριού, με τις κατηφόρες, τις πολλές στροφές, τις φουρκέτες, τα γαρμπίλια και τα χώματα. Του άρεσε να παίζει, να ντριφτάρει με το χειρόφρενο και να σηκώνει σκόνη.
Είχε αποστηθίσει σαν νερό ο Νώντας, αυτά που έγραφαν τότε τα έντυπα της εποχής, «γυμνό από εξοπλισμό, παράθυρα με μανιβέλες, τιμόνι χωρίς υποβοήθηση, σιδερένιες ζάντες και ένας κινητήρας πιστόλι».
Για την ιστορία, στο 205 Rallye έκανε ντεμπούτο ο 1.300άρης TU, ενώ τα 103 άλογα του στις 6.800 σ.α.λ., είχαν να κινήσουν μόλις 794 κιλά και συνεργάζονταν ιδανικά με ένα κοντό 5άρι σασμάν. Τα 100 χλμ./ώρα έρχονταν σε 9,6 δλ. και η τελική έφτανε τα 190 χλμ./ώρα. Επιδόσεις που συνοδεύονταν από κορυφαία οδική συμπεριφορά και μεταφορά της ταχύτητας που ανέπτυσσε στην ευθεία, σχεδόν αυτούσια στις στροφές. Το αυτοκίνητο απλά έστριβε με τη σκέψη.
Αυτά όλα, έκαναν να ερωτευθεί σφόδρα τον Γάλλο και να τον παραγγείλει στην τότε αντιπροσωπεία της Peugeot στο ποτάμι, την Λάιον Ελλάς σε χρόνο dt. Τρελός με τους αγώνες, τα έβλεπε και από κοντά τα ραλλάκια στην ανάβαση της Πορταριάς, αγώνα που δεν έχανε ποτέ. Όμως παρόλο που το θελε πολύ, δεν τολμούσε να βγάλει την πολυπόθητη λιζάνς, την αγωνιστική άδεια δηλαδή, που θα του επέτρεπε να βάλει τον ράλο του στην αρένα.
Η κυρά του που τα φοβότανε όλα αυτά, τον είχε απειλήσει ότι θα τον χώριζε! Ο χρόνος περνούσε μονότονα στο χωριό για την Ανθούλα, μέχρι που ένα πρωί του Αυγούστου, σταμάτησε έξω από το σπίτι, μια κόκκινη κούρσα, άνοιξε η πόρτα και κατέβηκε από μέσα ένας νεαρός με μπερδεμένα μακριά μαλλιά και μούσια.
Ήταν ο Νικόλας, ο ανιψιός του μακαρίτη, που είχε μόλις τελειώσει τις σπουδές του σαν μηχανολόγος μετά από 6 χρόνια στην Αγγλία και γύρισε στο χωριό, να δει συγγενείς και γνωστούς. Χάρηκε η κυρά Ανθούλα, τον τρατάρισε ελληνικό καφέ στη χόβολη, λιχουδιές δικές της, πίτες χωριάτικες και νεραντζάκι γλυκό. Τα λέγανε για ώρες, μέχρι που ήρθε η κουβέντα για τον ξεχασμένο στην αποθήκη «ράλο» του θείου του.
–Πάμε να σου δείξω του είπε, θέλω να με βοηθήσεις να το δώσω, μου πιάνει το χώρο και δεν έχω την άκρη εδώ στο χωριό, για να βρω κάποιον να το πουλήσω. Η βαριά ξύλινη πόρτα της παλιάς αποθήκης άνοιξε τρίζοντας, αποκαλύπτοντας στο Αυγουστιάτικο φως την θρυλική μούρη του σκονισμένου λευκού 205, με τα χρώματα του πολέμου στις γρίλιες της μάσκας. Κόκκινες, κίτρινες θαλασσί και μπλε λωρίδες, τα αγωνιστικά χρώματα της Peugeot.
Ο Νικόλας το κοιτούσε αποσβολωμένος, ακίνητος, μουδιασμένος από μια πρωτόγονη έκσταση. Έμεινε έτσι άλαλος δυο λεπτά, μετά έκανε ένα γύρο το αυτοκίνητο και στη συνέχεια άνοιξε διστακτικά και με σεβασμό, την πόρτα του οδηγού. Η άσχημη μυρωδιά του εσωτερικού από την εγκατάλειψη, δεν τον πτόησε καθόλου, ήδη το μυαλό του ταξίδευε να το οδηγάει στο βουνό.
–Τι έγινε παιδί μου Νικόλα γιατί δεν μιλάς; του είπε παραξενεμένη η θεία Ανθούλα.
–Θα σου πω σε λίγο θειά, της απάντησε κοφτά και αφηρημένα.
Στη συνέχεια άνοιξε το καπό και μόλις είδε τα δύο διπλά 40άρια της Weber με τα μακριά «χωνιά», κόντεψε να κλάψει.
–Τα κλειδιά τάχεις θειά ή τάχασες;
–Τάχω παιδί μου, του απάντησε απορημένη η κυρά Ανθούλα!
–Λοιπόν θειά το αμάξι το πούλησες, γυρνάει και της λέει με μάτια που πέταγαν σπίθες. Αύριο θα σου φέρω 10 χιλιάρικα και θα πάμε σε δικηγόρο να κάνουμε τα χαρτιά. Ντάξει θειά;
–Εντάξει γιέ μου, δεν ήξερα ότι κάνει τόσο αυτό το μαραφέτι, που μου τρώγε όλο το χώρο εδώ μέσα.
–Αυτό το «μαραφέτι» θειά, που σου άφησε ο θείος «προίκα», είναι ένα γνήσιο διαμάντι και με αυτά τα λεφτά από αύριο, εσύ θα κλείσεις κάποιες τρύπες και εγώ θα κλείσω στην καρδιά μου αυτόν τον έρωτα, που μου’ρθε κεραυνοβόλα!